Εμείς οι θλιμμένοι

Photo by Andrew Beatson on Pexels.com

Δεν μας θέλουν ξέρεις. Εμάς τους θλιμμένους. Δεν μας θέλουν. Τους χαλάμε τη μόστρα. Το τέλειο αφήγημά τους. Δεν μας θέλουν επειδή ρωτάμε γιατί. Επειδή θυμώνουμε και δακρύζουμε. Επειδή νιώθουμε πιο πολύ. Μας θεωρούν αδύναμους, ξέρεις, και βαρετούς. Μα ίσως είμαστε εμείς πιο δυνατοί. Γιατί συνεχίζουμε να ζούμε, γιατί επιμένουμε να προσπαθούμε, να δημιουργούμε. Κι ας μας έχει σκεπάσει η κουρτίνα, κι ας μας έχουν κρύψει το φως, κι ας μην βλέπουμε μπροστά μας παρά μόνο τοίχους και εμπόδια. Ποιος θέλει τη θλίψη στη ζωή του. Όλοι αναζητούν τη θετική ενέργεια, τον ενθουσιασμό, την αισιοδοξία, τη χαρά, τα άσπρα χρώματα. Κι εμάς μας αρέσει ο ήλιος, κι εμάς μας αρέσουνε τα χρώματα. Μα είναι που δεν κρατούν πολύ. Είναι που όλα γύρω μας μαυρίζουν τον αέρα. Είναι που ο θάνατος δεν τυφλώνεται από το φως, ούτε φοβάται τα άσπρα χρώματα. Είναι που είναι δίπλα μας και κοιτάζει ανενόχλητος, κάθε στιγμή και κάθε ώρα.

Ο χρόνος που τρέχει

-Μπορείς να σταματήσεις τον χρόνο; ρώτησε.

-Ποιόν;

-Τον χρόνο που τρέχει.

-Φυσικά, απάντησε. Δείξε μου πού είναι και θα τον σταματήσω.

-Μα δεν μπορείς να τον δεις. Είναι παντού και πουθενά. 

-Δεν καταλαβαίνω. Τότε πώς ξέρεις ότι υπάρχει; Μήπως τον ακούς;

-Ναι. Στο τικ-τακ του ρολογιού.

-Ε, τότε μπορώ να σπάσω το ρολόι.

-Μα, δεν έχει νόημα. Ο χρόνος θα τρέχει, ακόμα και αν το ρολόι δεν λειτουργεί. Το ρολόι απλώς τον μετράει.

-Δηλαδή μετράει κάτι που ούτε βλέπεις, ούτε ακούς, που είναι παντού και πουθενά; Μήπως μπορείς να τον αγγίξεις; Ή να τον μυρίσεις;

-Όχι.

-Τότε πώς ξέρεις ότι υπάρχει;

-Το νιώθω. Όταν είμαι εγώ και δεν είμαι. Όταν τα χαμόγελα γίνονται ρυτίδες. Όταν οι άνθρωποι γίνονται αναμνήσεις. Και τα όνειρα μένουν όνειρα.

-Γάμμα Βήτα-