Εμείς οι θλιμμένοι

Photo by Andrew Beatson on Pexels.com

Δεν μας θέλουν ξέρεις. Εμάς τους θλιμμένους. Δεν μας θέλουν. Τους χαλάμε τη μόστρα. Το τέλειο αφήγημά τους. Δεν μας θέλουν επειδή ρωτάμε γιατί. Επειδή θυμώνουμε και δακρύζουμε. Επειδή νιώθουμε πιο πολύ. Μας θεωρούν αδύναμους, ξέρεις, και βαρετούς. Μα ίσως είμαστε εμείς πιο δυνατοί. Γιατί συνεχίζουμε να ζούμε, γιατί επιμένουμε να προσπαθούμε, να δημιουργούμε. Κι ας μας έχει σκεπάσει η κουρτίνα, κι ας μας έχουν κρύψει το φως, κι ας μην βλέπουμε μπροστά μας παρά μόνο τοίχους και εμπόδια. Ποιος θέλει τη θλίψη στη ζωή του. Όλοι αναζητούν τη θετική ενέργεια, τον ενθουσιασμό, την αισιοδοξία, τη χαρά, τα άσπρα χρώματα. Κι εμάς μας αρέσει ο ήλιος, κι εμάς μας αρέσουνε τα χρώματα. Μα είναι που δεν κρατούν πολύ. Είναι που όλα γύρω μας μαυρίζουν τον αέρα. Είναι που ο θάνατος δεν τυφλώνεται από το φως, ούτε φοβάται τα άσπρα χρώματα. Είναι που είναι δίπλα μας και κοιτάζει ανενόχλητος, κάθε στιγμή και κάθε ώρα.

Στη σκιά

Το παράθυρο μισάνοιχτο. Είχε λιακάδα σήμερα. Οι λιγοστές ακτίνες που έμπαιναν στο δωμάτιο ξεσκέπαζαν τα πρώτα αντικείμενα που έβρισκαν στο διάβα τους. Τις παλιές κουρτίνες, το μαξιλαράκι του καναπέ, την άκρη του τραπεζιού, το χέρι της. Τα υπόλοιπα έμεναν στο ημίφως, βολεμένα στο σκοτάδι και την αφάνεια, μαθημένα τόσα χρόνια στην αδράνεια. Έτσι και το σώμα της· έτσι και η καρδιά της. Το φως που έφτασε στο χέρι της διέγειρε τα δάχτυλά της, τα σήκωσε στον αέρα και τα κουνούσε σαν στο ρυθμό μιας μελωδίας. Της άρεσε όπως χόρευαν μαζί με το φως και τις σκιές, της θύμιζαν παλιές εποχές, όταν κι εκείνη χόρευε, όχι μόνο τα δάχτυλά της.

Όμως τώρα το φως δεν ήταν αρκετό για να ζεστάνει το υπόλοιπο σώμα της. Και τι νόημα είχε πια. Αργά ή γρήγορα ο ήλιος θα έπεφτε. Το σκοτάδι και οι σκιές θα επέστρεφαν στο δωμάτιο, καταπίνοντας κάθε τι καινούριο, κάθε σκέψη διαφορετική.

Δεν πειράζει όμως. Ίσως και να ήταν καλύτερα στο σκοτάδι. Ο ήλιος θα φώτιζε και κάθε ρυτίδα, κάθε χαρακιά στο κορμί και στην ψυχή της. Προτιμούσε να μην βλέπει…

-Γάμμα Βήτα-