Στη σκιά

Το παράθυρο μισάνοιχτο. Είχε λιακάδα σήμερα. Οι λιγοστές ακτίνες που έμπαιναν στο δωμάτιο ξεσκέπαζαν τα πρώτα αντικείμενα που έβρισκαν στο διάβα τους. Τις παλιές κουρτίνες, το μαξιλαράκι του καναπέ, την άκρη του τραπεζιού, το χέρι της. Τα υπόλοιπα έμεναν στο ημίφως, βολεμένα στο σκοτάδι και την αφάνεια, μαθημένα τόσα χρόνια στην αδράνεια. Έτσι και το σώμα της· έτσι και η καρδιά της. Το φως που έφτασε στο χέρι της διέγειρε τα δάχτυλά της, τα σήκωσε στον αέρα και τα κουνούσε σαν στο ρυθμό μιας μελωδίας. Της άρεσε όπως χόρευαν μαζί με το φως και τις σκιές, της θύμιζαν παλιές εποχές, όταν κι εκείνη χόρευε, όχι μόνο τα δάχτυλά της.

Όμως τώρα το φως δεν ήταν αρκετό για να ζεστάνει το υπόλοιπο σώμα της. Και τι νόημα είχε πια. Αργά ή γρήγορα ο ήλιος θα έπεφτε. Το σκοτάδι και οι σκιές θα επέστρεφαν στο δωμάτιο, καταπίνοντας κάθε τι καινούριο, κάθε σκέψη διαφορετική.

Δεν πειράζει όμως. Ίσως και να ήταν καλύτερα στο σκοτάδι. Ο ήλιος θα φώτιζε και κάθε ρυτίδα, κάθε χαρακιά στο κορμί και στην ψυχή της. Προτιμούσε να μην βλέπει…

-Γάμμα Βήτα-

Απολογισμοί

Απολογισμοί, απογραφές και αποτιμήσεις. Ήταν καλή η χρονιά, ήταν κακή? Πολυφορεμένα επίθετα και τσαλακωμένοι προσδιορισμοί. Κάθε φορά η ίδια διάψευση και η ίδια επαλήθευση. Και η αδικαιολόγητη ελπίδα ότι η επόμενη χαρακιά στο συνεχές του χρόνου θα φέρει τις προσμονές μας στο κατώφλι μας, και όχι την απώλεια. Θα κρατήσει τους φόβους μας μακριά, και όχι την αγάπη.

Η ζωή κυλάει

βιαστικά και αμετάκλητα

ενώ εμείς γαντζωμένοι στους τροχούς της

κάνουμε κύκλους

σχηματίζοντας το άπειρο

-Γάμμα Βήτα-

Ο χρόνος που τρέχει

-Μπορείς να σταματήσεις τον χρόνο; ρώτησε.

-Ποιόν;

-Τον χρόνο που τρέχει.

-Φυσικά, απάντησε. Δείξε μου πού είναι και θα τον σταματήσω.

-Μα δεν μπορείς να τον δεις. Είναι παντού και πουθενά. 

-Δεν καταλαβαίνω. Τότε πώς ξέρεις ότι υπάρχει; Μήπως τον ακούς;

-Ναι. Στο τικ-τακ του ρολογιού.

-Ε, τότε μπορώ να σπάσω το ρολόι.

-Μα, δεν έχει νόημα. Ο χρόνος θα τρέχει, ακόμα και αν το ρολόι δεν λειτουργεί. Το ρολόι απλώς τον μετράει.

-Δηλαδή μετράει κάτι που ούτε βλέπεις, ούτε ακούς, που είναι παντού και πουθενά; Μήπως μπορείς να τον αγγίξεις; Ή να τον μυρίσεις;

-Όχι.

-Τότε πώς ξέρεις ότι υπάρχει;

-Το νιώθω. Όταν είμαι εγώ και δεν είμαι. Όταν τα χαμόγελα γίνονται ρυτίδες. Όταν οι άνθρωποι γίνονται αναμνήσεις. Και τα όνειρα μένουν όνειρα.

-Γάμμα Βήτα-